|
H αλλεργία, μια νόσος που έρχεται από τα βάθη των αιώνων, αποτελεί ένα από τα πλέον καίρια προβλήματα παγκόσμιας υγείας. Την τελευταία 20ετία η συχνότητα των αλλεργικών παθήσεων στις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου έχει διπλασιασθεί έως και τετραπλασιασθεί, γεγονός που έχει κάνει πολλούς να μιλούν για τη νέα επιδημία του 21ου αιώνα.
Υπολογίζεται ότι σήμερα πάνω από το 20% των ενηλίκων στην Ευρώπη και τη Β. Αμερική πάσχει από αλλεργίες. Tο πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο στα παιδιά, όπου οι αλλεργικές παθήσεις έχουν γίνει η πρώτη αιτία χρόνιας νόσησης. Πρόσφατες μελέτες της Ε.Ε. έδειξαν ότι 1 στα 4 παιδιά είναι αλλεργικό, ενώ 1 στα 7 παιδιά πάσχει από αλλεργικό άσθμα. Με τους ρυθμούς αυτούς υπολογίζεται ότι μέχρι το έτος 2015 το 50% των Ευρωπαίων θα έχει κάποια αλλεργική νόσο. Η κατάσταση έχει δημιουργήσει μεγάλη ανησυχία στους διεθνείς οργανισμούς δημόσιας υγείας, καθώς το κόστος αντιμετώπισης των αλλεργικών παθήσεων είναι τεράστιο. Ήδη στην Ε.Ε. δαπανώνται για τα αλλεργικά νοσήματα περίπου 29 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο.
Τι είναι η αλλεργία; Αλλεργία, όπως ορίζει και το αρχαίο ελληνικό όνομά της, σημαίνει «άλλο έργο». Πρόκειται για ανώφελη ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού ενάντια σε ακίνδυνες ουσίες του περιβάλλοντος. Παραπλήσιο νόημα έχουν και οι συναφείς με την αλλεργία έννοιες «αναφυλαξία» (α- στερητικό + φύλαξις = έλλειψη προστασίας) και «ατοπία» (α- στερητικό + τόπος = παράλογο). Στον κάθε οργανισμό, έργο του ανοσοποιητικού συστήματος είναι η αναγνώριση των εισερχόμενων ουσιών ως παθολογικών ή μη και η κινητοποίηση των κατάλληλων ανοσολογικών μηχανισμών που διασφαλίζουν την προστασία του οργανισμού και τη διατήρηση της υγείας. Αν η εισερχόμενη ουσία είναι ένα μικρόβιο, το ανοσοποιητικό σύστημα το αναγνωρίζει ως παθογόνο και ενεργοποιεί τους αμυντικούς μηχανισμούς που προάγουν την εξουδετέρωση και εκδίωξη του εισβολέα.
Αντίθετα, όταν η εισερχόμενη ουσία είναι αβλαβής, όπως για παράδειγμα οι κόκκοι της γύρης, ο οργανισμός φυσιολογικά την αναγνωρίζει ως αθώα και την ανέχεται, χωρίς να αναπτύσσει έντονη ανοσολογική αντίδραση. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται κάποια διαταραχή στα άτομα με αλλεργική προδιάθεση: το ανοσοποιητικό σύστημα δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει κάποιες αβλαβείς ουσίες ως τέτοιες, αλλά αντίθετα υπεραντιδρά και αναπτύσσει μια αδόκιμη, μη προστατευτική ανοσολογική απάντηση που οδηγεί στην εμφάνιση αλλεργικών συμπτωμάτων.
Στα ευπαθή άτομα, έκλυση αλλεργικής αντίδρασης μπορεί να προκληθεί μετά από επαφή με ποικίλες, κοινές περιβαλλοντικές ουσίες. Τις ουσίες αυτές τις ονομάζουμε «αλλεργιογόνα». Από τα πιο γνωστά αλλεργιογόνα είναι οι κόκκοι της γύρης, τα ακάρεα της οικιακής σκόνης, οι μύκητες (μούχλα), τα επιθήλια των οικιακών ζώων (π.χ. σκύλου, γάτας), οι τροφές, τα φάρμακα και το δηλητήριο των υμενοπτέρων (σφήκα, μέλισσα). Επίσης, χημικές ουσίες, χρωστικές, καλλυντικά και μέταλλα με τα οποία έρχεται σε επαφή το δέρμα, μπορεί να προκαλέσουν την εμφάνιση τοπικής αλλεργικής αντίδρασης. Παρά τις επισταμένες ερευνητικές προσπάθειες δεν έχει βρεθεί τι καθιστά μια ουσία αλλεργιογόνο. Φαίνεται, μάλιστα, ότι οι διάφορες κατηγορίες αλλεργιογόνων διαφέρουν σημαντικά και δεν παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά. Ένα άτομο μπορεί να είναι ευαίσθητο σε ένα ή περισσότερα αλλεργιογόνα, ενώ η γκάμα των ουσιών στις οποίες είναι κάποιος αλλεργικός μπορεί να διευρυνθεί με τα χρόνια και την επανειλημμένη έκθεση.
| Η πρόσφατη χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος έδωσε νέα ώθηση στην προσπάθεια ταυτοποίησης των γονιδίων που ελέγχουν την εκδήλωση του άσθματος και των άλλων αλλεργικών νοσημάτων. |
 |
 |
 |
 |
Ο τύπος της αλλεργικής αντίδρασης που εκδηλώνεται εξαρτάται συνήθως από το είδος των αλλεργιογόνων στα οποία το άτομο έχει ευαισθητοποιηθεί. Έτσι, η ευαισθητοποίηση σε εισπνεόμενα αλλεργιογόνα οδηγεί κυρίως στην εμφάνιση συμπτωμάτων από τη μύτη και τους πνεύμονες, δηλαδή σε αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα. Αντίστοιχα, επαφή ενός αλλεργιογόνου με το δέρμα μπορεί να προκαλέσει δερματική αλλεργία (π.χ. δερματίτιδα εξ επαφής,
κνίδωση κ.λπ.), ενώ λήψη ενός τροφικού αλλεργιογόνου μπορεί να προξενήσει την εκδήλωση συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό. Ενίοτε μπορεί να αναπτυχθούν συμπτώματα από περισσότερα του ενός όργανα, ανεξάρτητα από το ποια είναι η πύλη εισόδου του αλλεργιογόνου (συστηματική αντίδραση). Γι’ αυτό τον λόγο η αλλεργία σε φάρμακα, τροφές ή τσίμπημα μέλισσας εκδηλώνεται συχνά με πολλαπλά συμπτώματα στο δέρμα, το αναπνευστικό, το κυκλοφορικό κ.α. Οι συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις είναι δυνητικά και οι πιο επικίνδυνες.
Παρ’ ότι τα αλλεργικά νοσήματα είναι γνωστά από την αρχαιότητα, μόλις τα τελευταία 50 χρόνια κατορθώσαμε να αποκρυπτογραφήσουμε πώς η έκθεση ενός ευπαθούς ατόμου σε κάποιο αλλεργιογόνο μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αλλεργικών συμπτωμάτων. Στην πρόοδο της σύγχρονης αλλεργιολογίας καθοριστικό ρόλο έπαιξε η μεγαλειώδης εξέλιξη της έρευνας στον χώρο της ανοσολογίας και ιδιαίτερα η ανακάλυψη της ανοσοσφαιρίνης Ε (IgΕ). Σήμερα γνωρίζουμε ότι η εμφάνιση αλλεργικών συμπτωμάτων είναι το αποτελέσματα σειράς αλυσιδωτών ανοσολογικών αντιδράσεων, γνωστών ως «αλλεργικός καταρράκτης», που πυροδοτείται σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα μετά από έκθεσή τους σε αλλεργιογόνα.
Όπως προαναφέρθηκε, η εμφάνιση αλλεργικών νοσημάτων επηρεάζεται από το γενετικό υπόστρωμα του ατόμου. Συγκεκριμένα, «ατοπία» ονομάζουμε τη γενετικά καθοριζόμενη προδιάθεση για αυξημένη σύνθεση IgΕ και ανάπτυξη αλλεργικών παθήσεων. Η πρόσφατη χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος έδωσε νέα ώθηση στην προσπάθεια ταυτοποίησης των γονιδίων που ελέγχουν την εκδήλωση του άσθματος και των άλλων αλλεργικών νοσημάτων. Η εικόνα δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί επαρκώς. Είναι, πάντως, ξεκάθαρο ότι εμπλέκονται πολλά γονίδια και η μεταβίβαση της αλλεργικής προδιάθεσης γίνεται με πολύπλοκο τρόπο. Η πιθανότητα εμφάνισης αλλεργίας σε παιδιά με έναν γονέα με αλλεργική νόσο είναι 25-30%, λίγο μεγαλύτερη από εκείνη του γενικού πληθυσμού. Αν και οι δύο γονείς είναι αλλεργικοί, η πιθανότητα αγγίζει το 60%. Σε πολλές, όμως, οικογένειες οι αλλεργίες μπορεί να «ξεχάσουν» μία γενιά. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι σε μονοωογενείς διδύμους εμφανίζεται και στους δύο αλλεργική νόσος σε ποσοστό χαμηλότερο του 50%. Αυτό σημαίνει ότι εκτός από τη γενετική επιβάρυνση υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη αλλεργίας. Καθοριστικό ρόλο παίζει το περιβάλλον και ο τρόπος διαβίωσης. Οι συνθήκες της ζωής μας μπορεί να τροποποιήσουν θετικά ή αρνητικά την έκφραση των γονιδίων που προάγουν την αλλεργική ευαισθητοποίηση και την εκδήλωση νόσου.
 |
 |
 |
Eκτός από τη γενετική επιβάρυνση, στην ανάπτυξη αλλεργίας καθοριστικό ρόλο παίζουν το περιβάλλον και ο τρόπος διαβίωσης. |
 |
Ένα γενετικά προδιατεθειμένο άτομο αναπτύσσει αλλεργική αντιδραστικότητα σε ουσίες που βρίσκονται στο περιβάλλον του και με τις οποίες έρχεται επανειλημμένα σε επαφή. Αν οι ουσίες αυτές απομακρυνθούν έγκαιρα και η έκθεση σταματήσει, η εξέλιξη της αλλεργικής πορείας μπορεί να τροποποιηθεί ή και να διακοπεί. Πέρα από τα συγκεκριμένα αλλεργιογόνα και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως μη ειδικές ερεθιστικές ουσίες, ιώσεις κ.λπ., επηρεάζουν την έκλυση των συμπτωμάτων και την ανάπτυξη χρόνιας νόσου.
Επίσης, θεωρείται ότι εξωτερικοί παράγοντες είναι υπεύθυνοι και για τη δραματική αύξηση των αλλεργικών νοσημάτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ιδιαίτερα ενοχοποιούνται οι αλλαγές που επήλθαν στον περιβάλλοντα χώρο και τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Μία από τις επικρατέστερες θεωρίες που προσπαθεί να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό είναι η «υπόθεση της υγιεινής». Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η αύξηση των αλλεργιών –ιδίως στα παιδιά– οφείλεται στη δραστική μείωση των λοιμώξεων που παρατηρήθηκε με τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης (καθαρό νερό, καλύτερο και καθαρότερο φαγητό, υγιεινές κατοικίες κ.λπ.) και την ανακάλυψη αποτελεσματικών μέσων αντιμετώπισης των μικροβίων (εμβόλια, αντιβιοτικά). Η έκθεση του οργανισμού σε μικρόβια και άλλα παθογόνα οδηγεί στην κινητοποίηση σειράς αμυντικών ανοσολογικών μηχανισμών που δρουν αντιρροπιστικά και κατασταλτικά προς τους ανοσολογικούς μηχανισμούς που προωθούν την αλλεργική αντίδραση. Έτσι, καθώς τα σημερινά παιδιά του ανεπτυγμένου κόσμου έχουν μειωμένες πιθανότητες να έρθουν σε επαφή με μικρόβια κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους, η ενεργοποίηση των ανοσολογικών μηχανισμών αλλεργικής ευαισθητοποίησης παραμένει ανεμπόδιστη. Τελευταία κερδίζει έδαφος η άποψη ότι και η ατμοσφαιρική ρύπανση στις μεγαλουπόλεις βοηθάει στην αύξηση των αλλεργιών. Πολλές επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει, επίσης, ότι υπάρχει άμεση συσχέτιση μεταξύ της ενδοοικιακής ρύπανσης –κυρίως από καπνό τσιγάρου– και της εμφάνισης αλλεργικών συμπτωμάτων στα παιδιά.
Οι διαστάσεις που έχει λάβει στις μέρες μας το πρόβλημα των αλλεργιών καθιστούν πλέον αναγκαία την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της αλλεργικής ευαισθητοποίησης, κυρίως στα παιδιά. Το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να υποδείξει τα άτομα με αυξημένη προδιάθεση, ενώ το προσωπικό ιστορικό και η κλινική εικόνα βοηθούν τη διάγνωση. Αξιόπιστη τεκμηρίωση της αλλεργικής ευαισθητοποίησης μπορεί να γίνει με ειδικά τεστ στο δέρμα ή το αίμα. Για τα άτομα που έχουν ευαισθητοποιηθεί σε κάποια αλλεργιογόνα σημαντικό μέτρο πρόληψης της εμφάνισης συμπτωμάτων είναι η αποφυγή περαιτέρω έκθεσης σε αυτές τις ουσίες. Όταν τα συμπτώματα έχουν ξεκινήσει, είναι συχνά αναγκαία η λήψη θεραπευτικής αγωγής. Ευνόητο είναι ότι καλύτερος έλεγχος της αλλεργικής πορείας στα αρχικά στάδια προφυλάσσει αποτελεσματικότερα από την ανάπτυξη χρόνιας νόσου. Η φαρμακευτική αγωγή που χρησιμοποιείται σήμερα στοχεύει κυρίως στην καταστολή των συμπτωμάτων και στον περιορισμό ανάπτυξης φλεγμονής, δεν επιτυγχάνεται όμως η οριστική διακοπή ή παρέκκλιση από τον αλλεργικό καταρράκτη. Γι’ αυτό τον λόγο τα αποτελέσματα δεν είναι πάντοτε μόνιμα, αλλά εξαρτώνται από τη συνεχή και σωστή λήψη της αγωγής. Προς το παρόν η μόνη διαθέσιμη αιτιολογική μέθοδος θεραπείας για ορισμένες αλλεργικές παθήσεις είναι η ανοσοθεραπεία (απευαισθητοποίηση), η οποία έγκειται στη μακροχρόνια χορήγηση διαδοχικά αυξανόμενων δόσεων αλλεργιογόνων, με τρόπο που να προάγεται η ανάπτυξη ανοσολογικής ανοχής και η πρόληψη αντίδρασης σε νέα έκθεση.
Η ανοσοθεραπεία έχει αρκετούς περιορισμούς και χορηγείται μόνο από ειδικευμένο προσωπικό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεδομένου ότι οι ανάγκες για καλύτερη πρόληψη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των αλλεργικών νοσημάτων είναι μεγάλες, σημαντικές προσπάθειες καταβάλλονται από τον ιατρικό κόσμο, πολλά ακαδημαϊκά κέντρα, διεθνείς οργανισμούς και φαρμακευτικές εταιρείες για τη σωστότερη ενημέρωση του κοινού, την ενίσχυση της έρευνας και την προώθηση της κλινικής αλλεργιολογίας. Ελπίζουμε ότι οι προσπάθειες θα καρποφορήσουν και σύντομα θα υπάρξουν λαμπρές εξελίξεις στον χώρο. |