Ειδήσεις του Συνδέσμου
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 51 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2011 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 51 ΜΑΡΤΙΟΣ 2011
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Jacqueline de Romilly
Μια µεγάλη ελληνίστρια,
µια σπουδαία γυναίκα
Της Suzanne Saïd, καθηγήτριας Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήµιο Κολούµπια της Νέας Υόρκης
Μετάφραση: Λήδα Μπουζάλη

Με την απώλεια της Jacqueline de Romilly, δεν χάθηκε µόνο µια σπουδαία φιλέλληνας, µια ένθερµη υπέρµαχος των Ανθρωπιστικών Σπουδών και µια από τις σηµαντικότερες ελληνίστριες κατά το δεύτερο ήµισυ του 20ού αι. στην Γαλλία. Χάθηκε επίσης µια µεγάλη κυρία, η οποία υπηρέτησε τον αγώνα για τα δικαιώµατα των γυναικών ανοίγοντάς τους τον δρόµο προς τις υψηλότερες διακρίσεις του γαλλικού πανεπιστηµίου, µια αξιοθαύµαστη υποστηρίκτρια των Κλασικών Σπουδών. Χάνεται, τέλος, µια ασύγκριτη καθηγήτρια, όπως µπορούν να βεβαιώσουν οι γενιές των φοιτητών και φοιτητριών που διέπλασε.

Κόρη ενός λαµπρού αποφοίτου της École Normale, του Maxime David, ο οποίος έδωσε το αίµα του για την Γαλλία λίγο µετά την γέννησή της το 1914, η Jacqueline ανατράφηκε από την µητέρα της, την Jeanne David. Στην σταδιοδροµία της ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα της. Υπήρξε η πρώτη βραβευθείσα του εθνικού διαγωνισµού Ελληνικών και Λατινικών, το 1930. Υπήρξε, επίσης, µία από τις ελάχιστες γυναίκες, µαζί µε την Simone Weil, οι οποίες έγιναν δεκτές στην École Normale Supérieure (ENS) της οδού Ulm το 1933. Μαθήτρια του έγκριτου ελληνιστή Paul Mazon, διακρίθηκε στην «agrégation» το 1936 και αναγορεύθηκε διδάκτωρ, εκπονώντας διατριβή µε θέµα το έργο του Θουκυδίδη (1947). Αφού δίδαξε στις Βερσαλλίες, στην προπαρασκευαστική τάξη για τον διαγωνισµό της ENS από το 1945 έως το 1949, κατέλαβε την έδρα της Ελληνικής Φιλολογίας στην Λιλ, προτού αναδειχθεί σε µία από τις πρώτες γυναίκες που εξελέγησαν σε έδρα της Σορβόννης το 1973. Εκεί, το επιστηµονικό κύρος και το χάρισµά της διαδραµάτισαν σηµαντικό ρόλο µετά τον Μάη του 1968, ιδίως δε όσον αφορά την διατήρηση των Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήµιο Paris IV. Ήταν η πρώτη γυναίκα που εξελέγη µέλος του Collège de France, στην έδρα «Η αρχαία Ελλάδα και η διαµόρφωση της ηθικής και πολιτικής σκέψης», το 1973. Ήταν, επίσης, η πρώτη γυναίκα που έγινε µέλος της Ακαδηµίας Επιγραφών και  Γραµµάτων, το 1975, και η δεύτερη, µετά την Marguerite Yourcenar, που εξελέγη στην Γαλλική Ακαδηµία, το 1989. ∆ιετέλεσε µέλος πολυάριθµων ακαδηµιών άλλων χωρών και τα έργα της µεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.

Αφήνει πίσω της ένα έργο εντυπωσιακό ως προς το εύρος αλλά και την ποιότητά του. Ήταν, καταρχάς, µία από τις σπουδαιότερες ερµηνεύτριες του Θουκυδίδη, το έργο του οποίου, άλλωστε, πραγµατεύθηκε στην διδακτορική διατριβή της. Το σύγγραµµά της Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιµπεριαλισµός: Η σκέψη του ιστορικού και η γένεση του έργου, το οποίο εκδόθηκε το 1951, αποτέλεσε σταθµό στην ιστορία της κριτικής, ενώ έδωσε και σηµαντική ώθηση στην έρευνα για το έργο του Θουκυδίδη. Αµέσως µετά την έκδοσή του, η σπουδαιότητά του αναγνωρίστηκε ευρέως από κορυφαίους κριτικούς, όπως τον A.W. Gomme. Σε αντίθεση µε άλλους µελετητές, οι οποίοι επέµεναν στην διάκριση χρονολογικών επιπέδων στην γένεση του έργου, η Jacqueline de Romilly απέδειξε µε τρόπο πειστικό την ενότητα του έργου του Θουκυδίδη, το οποίο επικεντρώνεται στην ανάλυση του αθηναϊκού ιµπεριαλισµού και την εξέλιξή του από τον Περικλή έως τον Αλκιβιάδη.

Η µελέτη αυτή ολοκληρώθηκε µερικά χρόνια αργότερα µε ένα άλλο βιβλίο, το οποίο, κατά την άποψή µου, αποτελεί το σηµαντικότερο έργο της συγγραφέως: το Ιστορία και Λόγος στον Θουκυδίδη (1956), που οφείλει πολλά στην δουλειά του δασκάλου της, Louis Bodin, γύρω από την σύνθεση του έργου. Η Romilly προτείνει µια λαµπρή ανάλυση των αφηγηµατικών τρόπων του Θουκυδίδη, οι οποίοι επιβάλλουν πράγµατι µια ορισµένη ερµηνεία παρά την απουσία υποκειµενικών σχολίων, ενώ παράλληλα προσδίδουν γενικές διαστάσεις σε επιµέρους γεγονότα, αναδεικνύοντας την λογική τους.

Με αφετηρία µια σχολαστική εξέταση των κεφαλαίων που εξιστορούν την απόπειρα των Αθηναίων να πολιορκήσουν τις Συρακούσες και την αποτυχία τους λόγω της άφιξης του Λακεδαιµόνιου Γυλίππου, καθώς και στηριζόµενη σε συγκρίσεις µε τον Όµηρο και τον Ηρόδοτο, η Romilly αποδεικνύει την πρωτοτυπία µιας γραφής που καθιστά πλήρως κατανοητές τις περιγραφές των µαχών χάρις στην ακριβή παρουσίαση των προηγηθέντων ρητορικών λόγων αλλά και χάρις στις περιεχόµενες αναλύσεις.    

Εξετάζει διεξοδικά την σύνθεση των αντιθετικών αυτών λόγων, οι οποίοι, µε την αυστηρή συµµετρία τους, επιτρέπουν να αναδυθεί αυτή καθ’ εαυτήν η ουσία της κατάστασης. Προτείνει, τέλος, µια ιστορική ανάλυση του πρώτου βιβλίου, αναδεικνύοντας τον «εποικοδοµητικό ορθολογισµό του Θουκυδίδη», όπως η ίδια τον ονοµάζει, και αποδεικνύοντας έµµεσα την ανωτερότητα του αθηναϊκού µοντέλου. Αρκετά χρόνια αργότερα, το βιβλίο της Η Οικοδόµηση της αλήθειας στον Θουκυδίδη (1990) επιστρέφει στις ίδιες αναλύσεις, προκειµένου να εµβαθύνει και να δείξει µε ποιον τρόπο ο Θουκυδίδης αποκαλύπτει, πέρα από τα επιχειρήµατα που προβάλλουν οι δύο πλευρές, το αληθινό κίνητρο που υπερτερεί όλων των υπολοίπων: το συµφέρον. Στο σηµείο αυτό οφείλουµε να αναφέρουµε µια σειρά σηµαντικών άρθρων που έγραψε η Romilly, µεταξύ άλλων, για την «Χρησιµότητα της ιστορίας στον Θουκυδίδη» (1958), για έννοιες όπως «Ο φόβος στο έργο του Θουκυδίδη» (1956), όπου διαχωρίζει τον συναισθηµατικό και ανορθολογικό φόβο από το δέος, «ανησυχία πνευµατικής υφής που συνδέεται µε µια σκέψη σχετική µε το µέλλον», «Η καταδίκη της ευχαρίστησης στο έργο του Θουκυδίδη» (1966), µε την συστηµατική αποκήρυξη των κινδύνων του λέγειν, ή «Ο Θουκυδίδης και η ιδέα της προόδου» (1966), που φωτίζει την κρίση της ιδέας της προόδου στην Αθήνα των τελών του 5ου αιώνα. Στον κατάλογο αυτόν, που µόνον εξαντλητικός δεν είναι, θα πρέπει οπωσδήποτε να προσθέσουµε την έκδοση και την διαυγή και ακριβή µετάφραση των βιβλίων Α΄, Β΄, Γ΄, ΣΤ΄-Ζ΄ των Ιστοριών στις εκδόσεις Les Belles Lettres (1953-1972).

Εντούτοις, το έργο της Jacqueline de Romilly δεν περιορίζεται στον Θουκυδίδη. Το ενδιαφέρον της επικεντρώθηκε στο σύνολο της γραµµατείας της αρχαίας Αθήνας, ιδίως του 5ου αιώνα –τον οποίο χαρακτήριζε ως «την πιο πλούσια και πιο ξεχωριστή περίοδο στην φιλολογική ιστορία της ανθρωπότητας»–, στους τραγικούς ποιητές (µε προεξάρχοντες τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη), στον Ηρόδοτο, αλλά και στους σοφιστές και στον Ισοκράτη.

Η Jacqueline de Romilly αφιέρωσε τέσσερα βιβλία της στους τραγικούς. Στο πρώτο, Ο φόβος και η αγωνία στο θέατρο του Αισχύλου (1958), εκκινώντας από µια λεπτοµερή ανάλυση του λεξιλογίου και των µεταφορών του φόβου στις τραγωδίες του Αισχύλου, διαπιστώνει την πρωτοτυπία µιας περιγραφής του φόβου η οποία «είναι ταυτόχρονα ρεαλιστική και αλληγορική, ακριβής και ποιητική, πιστή και µεταφορική», ενός φόβου που έχει τις ρίζες του τόσο στους θεούς (Ερινύες) όσο και στην ανθρώπινη συνείδηση.

Στο δεύτερο βιβλίο, Η εξέλιξη του πάθους: από τον Αισχύλο στον Ευριπίδη (1961), επεκτείνει τις αναλύσεις της µε µια µελέτη της εξελικτικής πορείας που οδηγεί από τον Αισχύλο στον Ευριπίδη: από την πράξη περνάµε στον ψυχολογικό της αντίκτυπο, τον πόνο· από τον φόβο και την αγωνία στην οδύνη και την µεταµέλεια· από έναν κόσµο όπου η δυστυχία διατηρεί ακόµη ένα νόηµα σε ένα σύµπαν όπου δεν υπάρχει πλέον καµία αιτιολογία.
Στο τρίτο βιβλίο, Ο χρόνος στην ελληνική τραγωδία (1967), ακολουθώντας τον H. Fraenkel και τον A. Momigliano, καταπιάνεται µε το πρόβληµα της φιλοσοφικής έννοιας του χρόνου στην ελληνική λογοτεχνία, και ειδικότερα στο πλαίσιο της τραγωδίας. Από τον Αισχύλο έως τον Ευριπίδη, η Jacqueline de Romilly χαράσσει µια εναργή εξελικτική πορεία. Στις τριλογίες του Αισχύλου, διαµέσου µιας σειράς γενεών, ο χρόνος δείχνει την λειτουργία της θείας δίκης. Αντιθέτως, ο Σοφοκλής επικεντρώνεται στην δυστυχία ενός µεµονωµένου ατόµου, ενώ ο Ευριπίδης δίνει έµφαση στην τραγική ηµέρα και την αντίθεση ανάµεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Το τέταρτο βιβλίο, Η νεωτερικότητα του Ευριπίδη (1986), επιδιώκει να δείξει πόσο σύγχρονος είναι ο πλέον δηµοφιλής των τραγικών ποιητών. Στο σηµείο αυτό οφείλουµε να αναφέρουµε µία ακόµη σειρά σηµαντικών άρθρων, ορισµένα από τα οποία συγκεντρώθηκαν στην συλλογή Η ελληνική τραγωδία στο πέρασµα του χρόνου (1995). Μερικά άρθρα αναφέρονται στην σχέση ανάµεσα στην τραγωδία και τα επίκαιρα γεγονότα της εποχής, όπως τα «Φοίνισσαι ή η επικαιρότητα στην αρχαία ελληνική τραγωδία» (1965), «Η σκέψη του Ευριπίδη σχετικά µε την τυραννία» (1969), «Η Εκκλησία του ∆ήµου στην Ορέστεια του Ευριπίδη» (1972), «Η ελληνική τραγωδία και η κρίση της πόλεως» (1977), «Ευριπίδης και Πρόδικος» (1985), «Η πνευµατική επικαιρότητα του 5ου αιώνα: Ο Φιλοκτήτης του Σοφοκλή» (1988).

Άλλα άρθρα της ασχολούνται µε ένα κεντρικό θέµα ή µία έννοια: «Το θέµα της Ευτυχίας στις Βάκχες» (1963), «Εκδίκηση θεών και ανθρώπων: Σχόλια στην Ορέστεια του Αισχύλου» (1970), «Ο ανίκητος έρως ως δικαιολογία στην ελληνική τραγωδία» (1976), «Το µίσος στην Ορέστεια» (1977), «Επιείκεια και συγχώρεση στην ελληνική τραγωδία» (1979), «Η απόρριψη της αυτοκτονίας στον Ηρακλή του Ευριπίδη» (1980), «Οι εσωτερικές συγκρούσεις στον Σοφοκλή» (1981), «Φύση και εκπαίδευση στο θέατρο του Ευριπίδη» (1986), «Ο δισταγµός και η µεταµέλεια στις σχετικές µε την Ηλέκτρα αρχαίες τραγωδίες» (1992), «Λόγοι και αντίλογοι στην Αντιγόνη  του Σοφοκλή» (1993).

Σε άλλα άρθρα της, αναλύονται οι ανθρώπινοι χαρακτήρες στην τραγωδία, όπως συµβαίνει στο «Ετεοκλής και Πολυνίκης στους Επτά επί Θήβας» (1964), στο «Οι δισταγµοί του Αγαµέµνονα» (1984), καθώς και στην µελέτη «Γενικοί αναστοχασµοί: Φιλολογική ανάλυση και κειµενική κριτική» (1983).

Η Jacqueline de Romilly ασχολήθηκε επίσης µε τον Ηρόδοτο, στον οποίο αφιέρωσε δύο εξαιρετικά άρθρα: «Η εκδίκηση ως ιστορική εξήγηση στο έργο του Ηροδότου» (1971) και «Η σοφία και ο πόλεµος στο έργο του Ηροδότου» (1983). Ενδιαφέρθηκε, ακόµη, για τους σοφιστές, όπως µαρτυρούν τα άρθρα της για τον Γοργία «Ο Γοργίας και η δύναµη της ποίησης» (1973) και τον Πρόδικο «Οι µανίες του Προδίκου και η ακρίβεια της ελληνικής γλώσσας» (1986), καθώς και το βιβλίο της Οι µεγάλοι σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή (1988), το οποίο καλύπτει ένα σηµαντικό βιβλιογραφικό κενό, δίνοντας έµφαση σε µια παραγνωρισµένη πλευρά της πρώτης σοφιστικής και αναδεικνύοντας τις θετικές πλευρές των πεποιθήσεων των σοφιστών, που επί µεγάλο διάστηµα θεωρήθηκαν απλώς πνεύµατα αντιλογίας.

Αλλά και οι ρήτορες του 4ου αιώνα δεν διέφυγαν την προσοχή της Jacqueline de Romilly, όπως σαφώς φανερώνουν τα άρθρα της για τους µετριοπαθείς Αθηναίους «Οι µετριοπαθείς Αθηναίοι των µέσων του τέταρτου αιώνα: Απόηχοι και συµφωνίες» (1954), για τον Ισοκράτη «Η Εύνοια στον Ισοκράτη ή η πολιτική σηµασία της δηµιουργίας καλής θελήσεως» (1958) και «Ισοκράτης και Ευρώπη» (1992), για τον Ψευδο-Ξενοφώντα «Ψευδο-Ξενοφών και Θουκυδίδης: Μελέτη ορισµένων διισταµένων απόψεων» (1962), για τον Πλάτωνα «Οι διαφορετικές όψεις της οµόνοιας στο έργο του Πλάτωνα» (1972), «Αναστοχασµοί για την ανδρεία στον Θουκυδίδη και τον Πλάτωνα» (1980), «Οι συγκρούσεις της ψυχής στον Φαίδρο του Πλάτωνα» (1982), «Από τον Ευριπίδη στον Πλάτωνα: Το παράδειγµα των Φοινισσών» (1984) και, τέλος, για τον Αριστοτέλη, «Η ταξινόµηση των πολιτευµάτων, από τον Ηρόδοτο έως τον Αριστοτέλη» (1959).

Εάν εξαιρέσει κανείς τα γενικά της συγγράµµατα, όπως τα Η ηπιότητα στην αρχαία ελληνική σκέψη (1979), Μαγεία και ρητορική στην αρχαία Ελλάδα (1975) και Άνοδος και Πτώση των κρατών κατά τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς (1977), η Jacqueline de Romilly σπανίως αποµακρύνεται από την κλασική Ελλάδα, και, όποτε το επιχειρεί, δεν αφιερώνει παρά ελάχιστες σελίδες. Τούτο αποδεικνύεται από την Αρχαία Ελληνική Γραµµατολογία της (1980), όπου, πράγµατι, αποδίδει άκρως περιορισµένη θέση στους συγγραφείς της ελληνιστικής και της ρωµαϊκής περιόδου. Με µία και µόνη εξαίρεση –το άρθρο της «Συναντήσεις µε τον Πλούταρχο» (1988)–, η συγγραφέας δεν ενδιαφέρθηκε για τον Πλούταρχο, παρά µόνον στο στενό πλαίσιο των σχέσεών του µε τον Θουκυδίδη, τις οποίες και εξετάζει στην µελέτη της «Πλούταρχος και Θουκυδίδης, ή η ελεύθερη χρήση των παραθεµάτων» (1988). Το βιβλίο της Ο Νόµος στην ελληνική σκέψη (1971), µια ιδιοφυής µελέτη της έννοιας του νόµου τόσο υπό δικαιική όσο και υπό εθιµική έννοια, η οποία ξεκινά από την πρώτη εµφάνιση των γραπτών κανόνων δικαίου και εξηγεί την κριτική του νόµου από τους σοφιστές και την αποκατάστασή του από τον Πλάτωνα, σταµατά στον 4ο αιώνα και περιορίζεται στην Αθήνα (δεν λαµβάνει υπόψη τον ρόλο της Θέµιδος και των θεµίστων στην αρχαϊκή σκέψη και δεν επεκτείνεται πέραν µιας πολύ σύντοµης αναφοράς στην σπαρτιατική ρήτρα. Οι ∆ιαλέξεις Jackson της Jacqueline de Romilly, οι οποίες εκδόθηκαν  υπό τον τίτλο Μαγεία και ρητορική στην αρχαία Ελλάδα (1975), εκκινούν από τον Γοργία και την προσπάθειά του να καθυποτάξει µέσω της τέχνης την µαγική δύναµη του λόγου και να διδάξει στον ρήτορα πώς να κατευθύνει τα συναισθήµατα του ακροατηρίου του· ακολουθεί ο Πλάτων, που, όπως ο Σωκράτης, αντιτάσσει στον σοφιστή τον µαγικό λόγο που στηρίζεται στην αλήθεια και που, στον Φαίδρο, προτείνει µια ιδεώδη ρητορική· έπειτα, ο Ισοκράτης, ο οποίος θεµελίωσε µια φιλοσοφική ρητορική, και, τέλος, ο Αριστοτέλης, ο οποίος απέρριψε τόσο τον πλατωνικό σκεπτικισµό όσο και την αφελή αισιοδοξία του Ισοκράτη.

Στο έργο της Άνοδος και Πτώση των κρατών κατά τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, στο οποίο ερµηνεύει την ακµή και την παρακµή των καθεστώτων από τον Ηρόδοτο έως τον Πολύβιο, δεσπόζει πάντα ο Θουκυδίδης, ενώ µία και µόνη σελίδα αφιερώνεται στις σκέψεις της για τα αίτια της παρακµής της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας. Το τελευταίο της βιβλίο, Βάστα, καρδιά µου: Η ανάπτυξη της ψυχολογίας στα αρχαία ελληνικά γράµµατα (1984), σταµατά στον Πλάτωνα.

Η Jacqueline de Romilly δεν ήταν απλώς µια εξαιρετικά σηµαντική ελληνίστρια στην Γαλλία λόγω του επιστηµονικού της έργου: όπως φανερώνει το άρθρο της «Από τους φιλολόγους στο ευρύ κοινό» (1996), κατέβαλε αδιάλειπτες προσπάθειες ώστε να αποταθεί, πέραν των φιλολόγων, στο ευρύ κοινό και να µοιραστεί µε όλους το ενδιαφέρον της για τους µεγάλους συγγραφείς, µέσα από ευσύνοπτα, έξοχα κείµενα, τα οποία αποτελούν απαράµιλλες εισαγωγές, µεταξύ άλλων, στην Αρχαία ελληνική τραγωδία (1970) και στον Όµηρο (1985). Πραγµατεύθηκε µε σαφήνεια τα Προβλήµατα της αρχαίας ελληνικής δηµοκρατίας (1975) και παρουσίασε στο ευρύ κοινό τον Αλκιβιάδη (1995), τον Έκτορα (1997) και την Ορέστεια (2003). Αναδείχθηκε άοκνη προπαγανδίστρια της αρχαίας Ελλάδας, «η οποία µας κληροδότησε την πρώτη αληθινή λογοτεχνία του δυτικού κόσµου», µε βιβλία όπως Η αρχαία Ελλάδα σε αναζήτηση της ελευθερίας (1989), Γιατί η Ελλάδα; (1992), Συναντήσεις µε την αρχαία Ελλάδα (1995), Η αρχαία Ελλάδα εναντίον της βίας (2000), καθώς και µε τις συνοµιλίες της µε τον A. Grandazzi σχετικά µε τις ιδέες της για την Ελλάδα: Μια ορισµένη αίσθηση της Ελλάδας (2003).

Προπάντων, όµως, η Jacqueline de Romilly ήταν µια σπουδαία καθηγήτρια. Οι µαθητές της, στο σύνολο των οποίων είχα το προνόµιο να περιλαµβάνοµαι και εγώ, παρακολούθησαν µε πάθος και συνέπεια τις παραδόσεις της για τον Θουκυδίδη, στο επίπεδο της «agrégation», χωρίς να σπεύδουν απαραιτήτως και στις παραδόσεις άλλων συναδέλφων της. Κατόρθωνε να αποσαφηνίζει τις ιδέες ιδιαίτερα δυσνόητων συγγραφέων και να εµπνέει το αµέριστο ενδιαφέρον µας για το έργο τους. Επέβλεπε µε υποδειγµατικό τρόπο τις διδακτορικές διατριβές των φοιτητών της και ήξερε πώς να µετασχηµατίζει µια δέσµη µπερδεµένες σελίδες σε ένα κοµψό µονοσέλιδο ανάγνωσµα. Μας δίδαξε, µαζί µε τον δάσκαλο και φίλο της Pierre Chantraine, την σηµασία των λέξεων και της σπουδής του λεξιλογίου.

Θα ήθελα, επίσης, να υπογραµµίσω την ευρύτητα πνεύµατος αυτής της γυναίκας, η οποία, πολιτικά, τοποθετούσε τον εαυτό της στην δεξιά: ουδέποτε, εντούτοις, δίστασε να παραπέµψει τους µαθητές της σε άλλους επιστήµονες οι οποίοι δεν ήταν οµοϊδεάτες της. Εκείνη µε πληροφόρησε για τα σεµινάρια που διοργάνωνε ο Jean-Pierre Vernant και µε παρότρυνε να τα παρακολουθήσω. Ακόµη, µου µετέδωσε το µεράκι της διδασκαλίας και λειτούργησε ως πρότυπό µου, όταν κλήθηκα µε την σειρά µου να επιβλέψω διδακτορικές διατριβές. Αγωνίστηκε επίµονα για την υπεράσπιση των Κλασικών Σπουδών, µε βιβλία της όπως τα Εµείς οι καθηγητές (1969) και Η διδασκαλία σε απόγνωση (1984), και έδινε όλο της τον εαυτό στις διαλέξεις της σε κολέγια και λύκεια. Εξίσου αποφασιστική στάθηκε και η συστράτευσή της µε φορείς που αγωνίζονταν για την διαφύλαξη των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών.

Στο τέλος της ζωής της, η ίδια έλεγε ότι, «βεβαίως», δεν είχε ζήσει την ζωή που θα ήθελε: «Ήµουν Εβραία στα χρόνια της Κατοχής, τερµάτισα την ζωή µου µόνη, σχεδόν τυφλή, χωρίς παιδιά και οικογένεια. Πόσο εντυπωσιακά είναι όλα αυτά;» Και προσέθετε: «Ωστόσο, η καθηγητική ζωή µου υπήρξε, πέρα ώς πέρα, η ζωή που ονειρεύτηκα». Η µεγάλη αυτή κυρία παραµένει ζωντανή όχι µόνο µέσα από τα βιβλία της, αλλά και µέσα από την µνήµη των µαθητών της και των µαθητών των µαθητών της.

40-47