
|
||||||
|
Η οµιλία της Jacqueline de Romilly το 1995
κατά την βράβευσή της µε το ∆ιεθνές Βραβείο Ωνάση για τον Πολιτισµό
Κύριε Πρόεδρε της ∆ηµοκρατίας, ![]() Σε όλη µου την ζωή αντλούσα ευτυχία από την αδιάκοπη επαφή µε τα έργα της αρχαίας Ελλάδας. Και για τον λόγο αυτόν αισθανόµουν υπόχρεη απέναντι στην χώρα σας. Και να που η Ελλάδα, σήµερα, µου χαρίζει επιπλέον το πιο σπουδαίο και πιο θαυµάσιο δώρο. Η αρχαία παράδοση αναγνώριζε την σηµασία της ανταµοιβής, η οποία είχε στόχο να παρακινήσει τους πάντες να προσφέρουν. Η Ελλάδα είχε θεσµοθετήσει βραβεία για αθλητικούς λόγους, για πνευµατικά έργα, για πράξεις φιλοπατρίας. Συνεχίζετε αυτή την παράδοση δίνοντάς της µεγαλύτερη εµβέλεια, προς µεγάλη χαρά όλων και πρωτίστως δική µου. Είναι αλήθεια ότι υπηρέτησα µε όλες µου τις δυνάµεις την ελληνική παιδεία. Αλλά, παρ’ όλο που αγαπώ την Ελλάδα, δεν το έκανα από αγάπη προς αυτήν: υπηρετούσα την αγάπη για την αλήθεια. Γιατί αποτελεί γεγονός αδιαµφισβήτητο: αυτά που συνέβησαν εδώ πριν από είκοσι πέντε αιώνες έχουν επακόλουθα που διαρκούν ακόµη και που η επιρροή τους παραµένει ουσιαστική για τον κόσµο µας σήµερα. Εδώ, στην Πνύκα, συνερχόταν η Εκκλησία του ∆ήµου. Εδώ χτυπούσε η καρδιά της δηµοκρατίας, η οποία γεννήθηκε σε αυτή την πόλη, παραµονές του 5ου αι. π.Χ. Και ήδη από την γέννησή της διέπετο από ξεκάθαρες αρχές, τις οποίες επρόκειτο να διατηρήσει εσαεί. Οι Έλληνες είχαν καταλάβει, ήδη από την εποχή των Μηδικών Πολέµων, ότι η ιδιαιτερότητά τους ήταν να µην υποκλίνονται µπροστά σε έναν άνθρωπο, να µην ανέχονται την απόλυτη εξουσία ενός ηγεµόνα. Είχαν διαισθανθεί και διακηρύξει ότι ο νόµος ήταν προτιµότερος από την αυθαιρεσία και η δικαιοσύνη από την βία. Το είχαν πει εδώ µε την φωνή ανθρώπων όπως του Θεµιστοκλή ή του Περικλή. Και η λάµψη εκείνων των λόγων µάς συγκινεί ακόµη σήµερα. Γιατί το εξαιρετικό µε την Ελλάδα δεν είναι ότι εφάρµοσε πρώτη ένα δηµοκρατικό πολίτευµα – µπορεί να µην ήταν η µόνη. Ούτε ότι εφάρµοσε ένα πολίτευµα πρότυπο. ∆εν πρόκειται περί αυτού. Η Ελλάδα είναι η πρώτη που προσδιόρισε την οµορφιά αυτού του πολιτεύµατος και τις προϋποθέσεις εφαρµογής του. Και διέκρινε επίσης, µε τον καιρό και µε την εµπειρία της, τους πιθανούς κινδύνους αλλά και τα λάθη προς αποφυγήν. Εδώ, αντήχησαν φράσεις όπως οι ακόλουθες, που αποδίδονται στον Περικλή: «κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιµεῖ, οὐκ ἀπὸ µέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ’ ἀρετῆς προτιµᾶται, οὐδ’ αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώµατος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύοµεν». Αλησµόνητα λόγια! Εδώ, τον επόµενο αιώνα, ο ∆ηµοσθένης µέµφθηκε δριµύτατα τον λαό καλώντας τον να είναι πιο υπεύθυνος, πιο δραστήριος, πιο γενναίος, γιατί η δηµοκρατία το απαιτεί συνεχώς υπό την απειλή της καταρρεύσεως. Αυτά τα µεγαλειώδη κείµενα τα διάβασα, τα µετέφρασα και τα σχολίασα σε γενιές νέων ανθρώπων. Με συνόδευσαν, µε ενθάρρυναν. Πώς να µην είµαι συγκινηµένη απόψε, που είναι σαν να µε καλείτε να τα ξανασυναντήσω; Όµως, η αθηναϊκή δηµοκρατία είχε βασιστεί σε έναν προσανατολισµό σκέψης και σε ένα σύνολο αξιών που προϋπήρχαν από καιρό στην Ελλάδα και που διαφαίνονται σε όλα τα κείµενα. Έχω πει ότι η δηµοκρατία αντιπροσώπευε την δικαιοσύνη ενάντια στην βία: πολύ κοντά στην Πνύκα ορθώνεται ο λόφος του Αρείου Πάγου, αυτός ο λόφος όπου, κατά την Ορέστεια του Αισχύλου, η θεά Αθηνά ίδρυσε ένα δικαστήριο που σκοπό είχε να δώσει τέλος στις αλλεπάλληλες έριδες των Ατρειδών. Οι αντιπαραθέσεις της Πνύκας συµπληρώνονται από τις συζητήσεις ενώπιον της δικαιοσύνης. Επιπλέον, η δηµοκρατία συνεπάγεται ευθύνη και εµπιστοσύνη στον άνθρωπο: σε τούτο έγκειται ίσως η ωραιότερη διάσταση της ελληνικής συµβολής. Αυτή η εµπιστοσύνη στον άνθρωπο διέπνεε ήδη τα έπη του Οµήρου. Συνδυαζόταν µε τον σεβασµό προς τους θεούς. Συνδυαζόταν, επίσης, µε την ιδέα της οδύνης και του θανάτου. Συνεπαγόταν την απόδοση υψίστης σηµασίας στην διαγωγή των ανθρώπων, στα σφάλµατά τους, όπως και στις προσδοκίες τους. Σε πνευµατικό επίπεδο, αυτή η εµπιστοσύνη θα έφερνε στην Αθήνα την εξαιρετική άνθηση των επιστηµών, της δηµιουργικότητας και των καινοτοµιών σε όλους τους τοµείς, λογοτεχνικούς ή επιστηµονικούς, η οποία µας καταπλήσσει ακόµη. Από ηθικής απόψεως, επρόκειτο να οδηγήσει στον αυξανόµενο σεβασµό προς τους άλλους ανθρώπους, στην επιθυµία για συνεννόηση, για ανεκτικότητα και εντέλει για οµόνοια. Η Ιλιάδα τελείωνε µε τον κατευνασµό της οργής και µε ίση συµπόνοια για την οδύνη και των δύο µερών. Αργότερα, η Αθήνα θα µιλούσε για την «ηπιότητα», την οποία εσκεµµένα καλλιεργούσε. Η σκληρότητα ήταν αποκλειστικότητα των «βαρβάρων». Ο ελληνισµός αντιτίθεται στην σκληρότητα. Αυτές οι ιδέες αναδεικνύονται από όλους τους λόγους εκείνης της εποχής – στην Πνύκα, στο δικαστήριο ή ακόµη και στο θέατρο. Έζησα προσηλωµένη σε αυτές τις ιδέες. Προσπάθησα, µέσα στον περικυκλωµένο και κυριευµένο από διάφορες µορφές βίας κόσµο µας, να τις µεταδώσω σε όσο το δυνατόν περισσότερους νέους. Πώς να µην είµαι συγκινηµένη βλέποντας τις προσπάθειές µου να αναγνωρίζονται στον τόπο ακριβώς όπου γεννήθηκαν αυτές οι ιδέες; Γνωρίζω, επίσης, ότι το βραβείο αυτό θα αποτελέσει ερέθισµα για όλους όσοι είναι ευαισθητοποιηµένοι ως προς αυτές τις αξίες και θέλουν, όπως και εγώ, να τις υπερασπιστούν. Οι αναφορές στην Πνύκα, στον Άρειο Πάγο, στους δρόµους και στο Θέατρο του ∆ιονύσου, µας οδηγούν, δίχως άλλο, στην Ακρόπολη. Ησυχάστε: δεν πρόκειται να γίνω συγγραφέας ενός «Ύµνου προς την Ακρόπολη». Αλλά πώς µπορούµε να ξεχάσουµε την παρουσία της και ό,τι σηµαίνει για µας; Μας υπενθυµίζει ότι τα ιδεώδη της δικαιοσύνης, της ανεκτικότητας και του ανθρωπισµού δεν θα είχαν ίσως φθάσει ώς εµάς αν η Ελλάδα δεν είχε αναδείξει το ωραίο ως κοινό παρονοµαστή τους. Ο ∆ηµοσθένης είχε αναφερθεί µερικές φορές στην θέα προς την Ακρόπολη, τα «προπύλαια ταῦτα». Και είχε µιλήσει µε υπερηφάνεια για την οµορφιά των µνηµείων: «τῶν ἀναθηµάτων τὸ κάλλος». Αντιστοίχως, ο Περικλής διακήρυσσε: Αγαπούµε το ωραίο µε απλότητα, «φιλοκαλοῦµεν µετ’ εὐτελείας». Είναι πράγµατι αξιοθαύµαστος ο λαός που νιώθει την ανάγκη να εκφράσει αυτές τις απόψεις! Αλλά νοµίζω ότι η έννοια των ωραίου στην αρχαία Ελλάδα δεν αφορούσε µόνο την γλυπτική ή την αρχιτεκτονική. Η αληθινή δηµιουργία, η ποίηση, αποσκοπεί στο ωραίο και ακολούθως στο διαρκές. Οι συγγραφείς που γράφουν άσχηµα λησµονούνται: δεν έχουµε πλέον τις συζητήσεις των σοφιστών, ούτε τους δυσνόητους ιστορικούς ούτε τους αποτυχηµένους ποιητές. Έχουµε τα µεγάλα λογοτεχνικά έργα, τα ικανά να µεταδώσουν µια ιδέα ή ένα συναίσθηµα κατ’ ευθείαν στην καρδιά του αναγνώστη ή του ακροατή. Στον σηµερινό µας κόσµο, που είναι γεµάτος από άρθρα γραµµένα στο πόδι, ρεπορτάζ και ακατάληπτες ορολογίες, ξέρω καλά πόσο σωτήρια µπορεί να είναι µια πνοή έργων ελληνικών. Το διαπίστωσα προσωπικά. Το διαπίστωσαν και οι µαθητές µου. Κι εύχοµαι θερµά να µη στερήσουν από τους αυριανούς νέους αυτό το ανεκτίµητο προνόµιο. Πιστεύω ακόµη ότι αυτή η έννοια του ωραίου συνδυάζεται στενά µε την έννοια ενός ιδεώδους και µε την παρουσία αυτής της εµπιστοσύνης στον άνθρωπο που µόλις πριν από λίγο ανέφερα. Και, κατά την γνώµη µου, αυτό χρειάζεται η εποχή µας. Λίγος ενθουσιασµός για τις δηµοκρατικές αρχές θα της έκανε καλό, λίγη αγάπη για την ζωή, καθώς και µια πνοή του ψυχικού θάρρους που διαπερνά όλα αυτά τα κείµενα και που, χάρις στην ποιότητα της έκφρασής τους, παραµένει ζωντανό, παλλόµενο, έτοιµο να δηµιουργήσει εκ νέου. Γι’ αυτό πέρασα την ζωή µου υπερασπιζόµενη την παρουσία των Ελληνικών Σπουδών στην εκπαίδευση των νέων. Ζαλισµένοι από τις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήµης, αποκτηνωµένοι από την οικονοµική ανησυχία και το δέλεαρ του άµεσου κέρδους, πολλοί άνθρωποι, σε πολλές χώρες, κατέληξαν να παραβλέπουν τις προτεραιότητες της εκπαίδευσης. Ρώτησε κάποιος µε ειρωνεία: «Τα αρχαία ελληνικά σε τι χρησιµεύουν;» Υπουργοί, διευθυντές ιδρυµάτων και εκπαιδευτικοί παρασύρθηκαν σε αυτόν τον κατήφορο. Λησµόνησαν ότι η εκπαίδευση, η αγωγή, χρησιµεύουν πρωτίστως στο να καλλιεργήσουν την οξύνοια και την γενναιοδωρία στους νέους, µέσω µιας αργής διαδικασίας καταστάλλαξης. Αν υπερασπιζόµαστε την διατήρηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισµού στην σηµερινή εκπαίδευση, δεν το κάνουµε επειδή ανήκει στο κοινό µας παρελθόν, αλλά διότι αποτελεί το καλύτερο εχέγγυό µας για το µέλλον. Και αυτό, χωρίς να λαµβάνουµε υπόψη ότι τα λατινικά και τα ελληνικά υπήρξαν η κοινή τροφή για πλήθος λαών και παραµένουν συνεπώς ένας φυσικός ενωτικός παράγοντας. Κύριε Πρόεδρε, κυρίες, κύριοι. ∆εν είµαι σίγουρη ότι θα κερδίσουµε την µάχη. Αλλά αγωνιστήκαµε επίµονα και γενναία είτε µέσω της ένωσης που ιδρύσαµε, της SEL [Ένωσης για την ∆ιαφύλαξη των Λογοτεχνικών Μαθηµάτων], είτε µε συνεχείς παρεµβάσεις σε όλα τα επίπεδα. Και θα συνεχίσουµε. Ακόµη κι εγώ, παρά την προχωρηµένη ηλικία µου, θα συνεχίσω, αντλώντας δύναµη από την γενναιοδωρία σας, ξανανιωµένη (ελπίζω). Και όταν θα µιλώ υπέρ αυτής της ελληνικής παιδείας που µου είναι τόσο πολύτιµη, θα αισθάνοµαι δίπλα µου, να µε ενθαρρύνει και να µε δυναµώνει, την σηµερινή σας γενναιοδωρία, την οµορφιά αυτής της ηµέρας που θα έχω περάσει στον τόπο όπου γεννήθηκαν τα πάντα, καθώς και την ανάµνηση µιας επιδοκιµασίας από την Αθήνα. Θα νιώθω όπως όταν ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα κραυγάζει για να αποµακρύνει τον εχθρό και η Αθηνά όρθια πίσω του ενώνει την φωνή της µε την δική του σε µια υπέροχη συµµαχία των δυνάµεων του ανθρώπου και της θεότητας. Αύριο θα είστε στήριγµα για µένα, όπως σήµερα είστε πηγή χαράς. Σας λέγω, λοιπόν, από την καρδιά µου, ευχαριστώ. Ευχαριστώ και ζήτω η Ελλάς. |
||||||
|